Στη φωτογραφία που τράβηξα στις 12 Φεβρουαρίου 2024, το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά στέκει αγέρωχο, φωτισμένο από τον χειμωνιάτικο ήλιο, σαν να θέλει να θυμίσει σε κάθε περαστικό ότι υπάρχουν κτίρια που δεν είναι απλώς πέτρα, μάρμαρο και αρχιτεκτονική. Είναι μνήμη, είναι ιστορία, είναι η ψυχή μιας πόλης που μεγάλωσε ανάμεσα στη θάλασσα, στα καράβια, στις φωνές των ανθρώπων και στα βήματα όσων πέρασαν βιαστικά από μπροστά του χωρίς ποτέ να το ξεχάσουν.
Το Θέατρο δεσπόζει στο κέντρο της εικόνας με εκείνη τη γνώριμη, επιβλητική του όψη. Οι κολώνες, τα αετώματα, τα μεγάλα σκαλοπάτια και η ανοιχτή πλατεία μπροστά του μοιάζουν να κουβαλούν άλλες εποχές. Εποχές που οι άνθρωποι ντύνονταν καλά για να πάνε στην παράσταση, που οι συναντήσεις δίνονταν «μπροστά στο Δημοτικό», που οι δρόμοι του Πειραιά είχαν ακόμα εκείνη τη μυρωδιά από θάλασσα, καφέ, καπνό, βροχή πάνω στην άσφαλτο και παλιές κουβέντες που έμεναν να αιωρούνται.
Γύρω του η σύγχρονη πόλη κινείται. Αυτοκίνητα περνούν, ταξί περιμένουν, άνθρωποι περπατούν, πολυκατοικίες και εμπορικά κτίρια το πλαισιώνουν. Κι όμως, μέσα σε αυτή την καθημερινή βιασύνη, το Θέατρο φαίνεται σαν να μην βιάζεται ποτέ. Στέκει εκεί ήρεμο, σταθερό, σχεδόν πατρικό, σαν να παρακολουθεί τον Πειραιά να αλλάζει χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα του. Είναι ένα σημείο αναφοράς που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να επιβληθεί. Η παρουσία του αρκεί.
Η φωτογραφία έχει κάτι βαθιά νοσταλγικό γιατί δεν δείχνει μόνο ένα ιστορικό κτίριο. Δείχνει μια στιγμή της πόλης όπως πραγματικά είναι: με την κίνηση, τον θόρυβο, τα φώτα, τις σκιές, τους ανθρώπους που περνούν χωρίς να ξέρουν ότι γίνονται κι αυτοί μέρος της εικόνας. Μπροστά από το Δημοτικό Θέατρο, κάθε περαστικός μοιάζει για λίγο μικρός μπροστά στη διάρκεια του χρόνου. Κι αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο: ότι το Θέατρο έχει δει γενιές να αλλάζουν, μαγαζιά να ανοίγουν και να κλείνουν, πρόσωπα να χάνονται, δρόμους να μεταμορφώνονται, και παρ’ όλα αυτά παραμένει εκεί, φύλακας της μνήμης του Πειραιά.
Εκείνη η καθαρή, γαλάζια ατμόσφαιρα του Φλεβάρη δίνει στη φωτογραφία μια ήρεμη μεγαλοπρέπεια. Δεν είναι καλοκαιρινή εικόνα, δεν είναι τουριστική καρτ ποστάλ. Είναι κάτι πιο αληθινό. Είναι ο Πειραιάς μιας καθημερινής ημέρας, με το φως να πέφτει πάνω στο μάρμαρο και να κάνει το Θέατρο να μοιάζει σαν να βγήκε από παλιά ασπρόμαυρη ανάμνηση και να ξαναχρωματίστηκε στο σήμερα.
Κοιτάζοντάς το, νιώθει κανείς πως το Δημοτικό Θέατρο δεν ανήκει μόνο στους καλλιτέχνες, στους θεατές ή στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Ανήκει σε όλους όσοι πέρασαν κάποτε από εκεί, σε όσους στάθηκαν στα σκαλιά του, σε όσους έδωσαν ραντεβού στην πλατεία του, σε όσους το είδαν μικροί και το ξαναείδαν μεγάλοι, σε όσους το κουβαλούν μέσα τους σαν εικόνα παλιάς πόλης που επιμένει να ζει.
Αυτή η φωτογραφία είναι ένας μικρός φόρος τιμής στον Πειραιά που δεν χάνεται. Στον Πειραιά του λιμανιού, της κίνησης, της μνήμης, της τέχνης και της αστικής περηφάνιας. Και στο κέντρο όλων, το Δημοτικό Θέατρο: όχι απλώς ένα κτίριο, αλλά ένα σιωπηλό σύμβολο που συνεχίζει να λέει, χωρίς λόγια, πως κάθε πόλη που σέβεται την ιστορία της έχει πάντα ένα σημείο όπου ο χρόνος στέκεται λίγο πιο αργά.
Discover more from Μία Εικόνα Χίλιες Λέξεις
Subscribe to get the latest posts sent to your email.









