Στη φωτογραφία που τράβηξα στις 18 Φεβρουαρίου 2024, το Μέγαρο του Ηλεκτρικού Σταθμού Πειραιά, στον τερματικό της Γραμμής 1, στέκεται μπροστά μου σαν ένας σιωπηλός φρουρός μιας άλλης εποχής. Δεν το βλέπω απλώς ως ένα κτίριο απέναντι από τις ράγες, τους δρόμους, τα λεωφορεία και τη βιασύνη της πόλης. Το βλέπω ως ένα κομμάτι μνήμης, ως ένα αρχιτεκτονικό αποτύπωμα του Πειραιά που μεγάλωσε μαζί με τα ταξίδια, τις αναχωρήσεις, τις επιστροφές, τα πρωινά των εργατών, τις βαλίτσες των επιβατών, τα βλέμματα όσων έφευγαν και όσων γύριζαν.
Το χρώμα του, ζεστό και παλιό, σαν ξεθωριασμένη σελίδα από οικογενειακό άλμπουμ, δένει με τον γαλάζιο ουρανό και μου δίνει την αίσθηση πως το κτίριο δεν φωτίζεται μόνο από τον ήλιο, αλλά και από τις δεκαετίες που πέρασαν από πάνω του. Τα μεγάλα παράθυρα, τα σιδερένια κιγκλιδώματα, οι αυστηρές γραμμές και οι καμπύλες του δεξιού τμήματος με κάνουν να νιώθω ότι στέκομαι απέναντι σε ένα μέγαρο που δεν χτίστηκε απλώς για να εξυπηρετεί, αλλά για να δηλώνει παρουσία. Να θυμίζει ότι κάποτε οι σταθμοί δεν ήταν απλές στάσεις μετακίνησης, αλλά πύλες ζωής.
Μπροστά του βλέπω τη σημερινή κίνηση: λεωφορεία, πεζούς, κάγκελα, διαβάσεις, μεταλλικές κατασκευές, γυάλινες προσθήκες, σύγχρονα κτίρια στο βάθος. Όμως το παλιό μέγαρο δεν χάνεται μέσα σε όλα αυτά. Αντίθετα, στα μάτια μου μοιάζει να τα κοιτάζει με υπομονή. Σαν να έχει συνηθίσει τον θόρυβο, τις αλλαγές, τις βιαστικές γενιές, τα νέα πρόσωπα που περνούν χωρίς πάντα να σηκώνουν το βλέμμα. Κι όμως, κάθε φορά που στέκομαι και το παρατηρώ, καταλαβαίνω πως εδώ υπάρχει ιστορία.
Κοιτάζοντάς το, σκέφτομαι πως αυτό το κτίριο είδε τον Πειραιά να αλλάζει. Είδε καράβια να φεύγουν, λιμάνια να γεμίζουν, οικογένειες να αποχαιρετιούνται, ναύτες, εργάτες, υπαλλήλους, φοιτητές, μετανάστες, ταξιδιώτες και ανθρώπους της καθημερινότητας να περνούν από μπροστά του. Είδε την πόλη να γίνεται πιο γρήγορη, πιο πυκνή, πιο δύσκολη, αλλά και πιο ζωντανή. Κι εκείνο έμεινε εκεί, με την παλιά του αξιοπρέπεια, σαν να κρατά μέσα στους τοίχους του τον ήχο από τα πρώτα βήματα, τα πρώτα εισιτήρια, τα πρώτα σφυρίγματα, τις πρώτες διαδρομές.
Αυτή η εικόνα με συγκινεί γιατί ενώνει μέσα μου δύο κόσμους. Από τη μία βλέπω τον σημερινό Πειραιά, με την κίνηση, τα μέσα μεταφοράς, τις μεταλλικές σκάλες, τις σύγχρονες πινακίδες και την καθημερινή ταχύτητα. Από την άλλη, νιώθω τον παλιό Πειραιά, τον αστικό, τον νεοκλασικό, τον λιμανίσιο, τον Πειραιά των σταθμών, των αποβάθρων, των μεγάλων κτιρίων που έδιναν κύρος στη δημόσια ζωή. Και ανάμεσά τους, αυτό το μέγαρο λειτουργεί για μένα σαν γέφυρα. Δεν αφήνει το παρελθόν να χαθεί. Το κρατά όρθιο, μέσα στο παρόν.
Κοιτάζοντάς το μέσα από τον φακό μου, νιώθω ότι δεν φωτογράφισα απλώς ένα κτίριο. Φωτογράφισα μια ανάσα του παλιού Πειραιά. Ένα κομμάτι πόλης που ακόμα μιλά, αρκεί να σταθεί κανείς απέναντί του χωρίς βιασύνη. Μου μιλά για διαδρομές που ξεκινούσαν από εδώ, για ανθρώπους που έβαζαν το εισιτήριο στην τσέπη και έμπαιναν στον Ηλεκτρικό με όνειρα, κόπωση, ελπίδες ή αγωνίες. Μου μιλά για μια Αθήνα και έναν Πειραιά που ενώθηκαν με ράγες, με καθημερινές μετακινήσεις, με μικρές ανθρώπινες ιστορίες.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ομορφιά αυτής της φωτογραφίας μου: ότι μέσα σε μια απλή μέρα του Φλεβάρη, κάτω από καθαρό ουρανό, ένα παλιό κτίριο του σταθμού δεν μου φάνηκε κουρασμένο. Μου φάνηκε περήφανο. Σαν να μου έλεγε πως οι πόλεις δεν είναι μόνο δρόμοι, τσιμέντο και βιαστικά βήματα. Είναι και μνήμες. Είναι οι σταθμοί τους. Είναι τα κτίρια που άντεξαν. Είναι οι γωνιές που μας θυμίζουν από πού ξεκινήσαμε, πριν προλάβουμε να ξεχάσουμε πού πηγαίνουμε.









